Τουλάχιστον πενήντα ημέρες εργασίας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος πρέπει να συμπληρώσει ο μισθωτός για να έχει το δικαίωμα υπαγωγής στην ασφάλιση για υγειονομική περίθαλψη έως τις 28/2/2019. Από αυτή την ημερομηνία και μετά απαιτούνται 75 ημέρες ασφάλισης. Αντίστοιχα ο μη μισθωτός πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δύο μήνες ασφάλισης κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος που θα αυξηθούν σε τρείς μήνες από τις 1/3/2019. Επίσης παρατείνεται για τους ανέργους μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019 η ασφαλιστική κάλυψη για παροχές ασθένειας σε είδος. Στο εξής θα έχουν το δικαίωμα να ασφαλίζονται ως έμμεσα μέλη και τα άγαμα τέκνα που σπουδάζουν σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης, Κέντρα/Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης ή στο «Μεταλυκειακό έτος – τάξη μαθητείας», τα ανάδοχα τέκνα, τα τέκνα με αναπηρία άνω του 67% που εργάζονται ή απασχολούνται είτε για βιοποριστικούς λόγους είτε για λόγους εργασιοθεραπείας ή απασχολησιοθεραπείας, καθώς και τα εκτός γάμου εγγόνια, εφόσον ο γονέας δεν ασφαλίζεται από ίδιο δικαίωμα.

Δείτε σε ποιες περιπτώσεις δικαιούνται κάλυψη τα μέλη της οικογένειας.

Συγκεκριμένα όπως διευκρινίζει η εγκύκλιος που κοινοποίησε ο ΕΦΚΑ, στον Κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών του Ε.Φ.Κ.Α. υπάγονται για παροχές υγειονομικής περίθαλψης οι άμεσα ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των πρώην Κλάδων Υγείας των ασφαλιστικών οργανισμών που εντάχθηκαν από 1-1-2017 στον Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και τα μέλη οικογενείας τους.

Ως μέλη οικογένειας όλων των ανωτέρω ασφαλιζομένων προσώπων και συνταξιούχων λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή δικαιούχων εξωιδρυματικού επιδόματος θεωρούνται:

α. ο/η σύζυγος, εφόσον δεν ασφαλίζεται από δικό του/της δικαίωμα στον Ε.Φ.Κ.Α. ή σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό εκτός Ε.Φ.Κ.Α.,

β. τα άγαμα τέκνα (νόμιμα ή τέκνα που έχουν νομιμοποιηθεί, αναγνωρισθεί ή υιοθετηθεί ή οι προγονοί), τα φυσικά τέκνα ασφαλισμένης ή συνταξιούχου λόγω αναπηρίας ή γήρατος και τα ανάδοχα τέκνα των οποίων την πραγματική φροντίδα ή επιμέλεια κατέχει με δικαστική απόφαση ή σύμβαση ο/η ασφαλισμένος/η, μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους. Εάν είναι άνεργα ή προπτυχιακοί, μεταπτυχιακοί ή διδακτορικοί φοιτητές σε αναγνωρισμένες ανώτερες ή ανώτατες σχολές στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, καθώς και σε αναγνωρισμένα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ), Κέντρα /Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης ή στο «Μεταλυκειακό έτος- τάξη μαθητείας» θεωρούνται μέλη οικογενείας μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους και στην περίπτωση που συνεχίζουν τις σπουδές τους για δύο (2) έτη μετά τη λήξη των σπουδών τους, εφόσον είναι άνεργα, όχι όμως πέραν από τη συμπλήρωση του 26ου έτους της ηλικίας τους. Τα ανωτέρω τέκνα συνεχίζουν να θεωρούνται μέλη οικογένειας των θανόντων άμεσα ασφαλισμένων ή συνταξιούχων,  με τις  ανωτέρω προϋποθέσεις, και στην περίπτωση που δεν δικαιωθούν συντάξεως.

γ. τα τέκνα άμεσα ασφαλισμένων ανεξαρτήτως ηλικίας τα οποία έχουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, διατηρούν το δικαίωμα για λήψη παροχών ως μέλη οικογένειας, έστω και αν εργάζονται ή απασχολούνται είτε για βιοποριστικούς λόγους είτε για λόγους εργασιοθεραπείας ή απασχολησιοθεραπείας. Η κατά τα ανωτέρω αναπηρία κρίνεται από τα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), και από τις αρμόδιες Υγειονομικές Επιτροπές Στρατού (Α.Σ.Υ.Ε), Ναυτικού (Α.Ν.Υ.Ε.),  Αεροπορίας (Α.Α.Υ.Ε.), της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και από τις επιτροπές απαλλαγών και από τις τριμελείς εξ ιατρών επιτροπές (Ν.3863/2010 αρθ.6, παρ. 7).

δ. η μητέρα και ο πατέρας, καθώς και οι θετοί γονείς υπό τις ίδιες με τους φυσικούς γονείς προϋποθέσεις.

ε. οι ορφανοί από πατέρα και μητέρα εγγονοί και αδελφοί, καθώς και οι ορφανοί μόνο από πατέρα ή μητέρα αδελφοί ή εγγονοί εφόσον ο επιζών γονέας θεωρείται, κατά τα ανωτέρω, ως μέλος οικογένειας του ασφαλισμένου, μέχρι συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον είναι άγαμοι και άνεργοι ή προπτυχιακοί, μεταπτυχιακοί ή διδακτορικοί φοιτητές σε αναγνωρισμένες ανώτερες ή ανώτατες σχολές στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, καθώς και σε αναγνωρισμένα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ), Κέντρα /Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης ή στο «Μεταλυκειακό έτος- τάξη μαθητείας», μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους ή στην περίπτωση που συνεχίζουν τις σπουδές τους για 2 έτη μετά τη λήξη των σπουδών τους, εφόσον είναι άνεργα, όχι όμως πέρα από τη συμπλήρωση του 26ου έτους της ηλικίας τους.

Επίσης θεωρείται ως μέλος οικογένειας ασφαλισμένου ή συνταξιούχου ο/η γεννημένος/- ή χωρίς γάμο των γονέων του/της εγγονός/-ή εφόσον συντηρείται από αυτόν και ο γονέας δεν ασφαλίζεται από ίδιο δικαίωμα.

στ. τα αδέλφια άμεσα ασφαλισμένων, τα οποία έχουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, ύστερα από γνωμάτευση αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, εφόσον δεν έχουν ίδιο δικαίωμα περίθαλψης στον Ε.Φ.Κ.Α. ή σε άλλον ασφαλιστικό φορέα εκτός Ε.Φ.Κ.Α.. ζ. οι άγαμες θυγατέρες και αδελφές των άμεσα ασφαλισμένων του πρώην ΟΠΑΔ, οι οποίες είναι άνω των σαράντα (40) ετών και κατείχαν βιβλιάριο περίθαλψης από το Δημόσιο μέχρι την 13−3−2004, όταν εφαρμόσθηκε  η 2/190/0094/28.1.2004 (Β’323) Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Υγείας & Πρόνοιας και Οικονομίας & Οικονομικών, διατηρούν το δικαίωμα  υγειονομικής περίθαλψης, εφόσον δεν έχουν ίδιο δικαίωμα υγειονομικής περίθαλψης από άλλο ασφαλιστικό φορέα εκτός Ε.Φ.Κ.Α..

Οι άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες των οποίων η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 5 ή της παρ.6 του άρθρου 31 του π. δ/τος 169/2007 (Α’210), υπάγονται στο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων του δημοσίου υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν δικαίωμα υγειονομικής περίθαλψης από τον Ε.Φ.Κ.Α. ή από άλλο ασφαλιστικό οργανισμό εκτός Ε.Φ.Κ.Α.. Στην περίπτωση αυτή, κατά το μήνα Ιανουάριο κάθε έτους, υποβάλλουν αίτηση για συνέχιση της ασφάλισης και καταβάλλουν τις αναλογούσες εισφορές για υγειονομική περίθαλψη που ισχύουν για τους συνταξιούχους, οι οποίες υπολογίζονται επί του ποσού της σύνταξης που θα τους κατέβαλε ο οικείος  φορέας τους ο οποίος  εντάχτηκε στον Ε.Φ.Κ.Α..

  1. Τα πρόσωπα της παρ. 2 θεωρούνται μέλη οικογένειας του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, εφόσον συμβιώνουν με αυτόν και η συντήρησή τους για τις περιπτώσεις β, γ, δ, ε και στ της παρ. 2 βαρύνει κυρίως τον άμεσα ασφαλισμένο ή συνταξιούχο. Θεωρείται ότι υπάρχει συμβίωση ακόμη και αν για σοβαρούς λόγους ο/η σύζυγος ή τα τέκνα δεν συγκατοικούν προσωρινά στην ίδια στέγη.

Ειδικά για τον πατέρα/μητέρα/θετούς γονείς της ανωτέρω περίπτωσης δ της παρ.2, προκειμένου να ασφαλιστούν ως μέλη οικογενείας του παιδιού τους απαιτείται επιπλέον: α) να έχουν ηλικία άνω των 60 ετών ή να είναι ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω και β) το οικογενειακό ετήσιο εισόδημά τους από οποιαδήποτε αιτία να μην υπερβαίνει το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, το οποίο αυξάνεται κατά 50% στις περιπτώσεις ατόμων με αναπηρία 67% και άνω. Ως εισόδημα νοείται το οικογενειακό φορολογητέο (πραγματικό ή τεκμαρτό) και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο.

  1. Ο/η ανασφάλιστος/η διαζευγμένος/η σύζυγος δύναται να διατηρήσει το ασφαλιστικό δικαίωμα παροχών ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΠΥ που είχε κατά το χρόνο λύσης του γάμου στον εντασσόμενο στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό όπου ήταν ασφαλισμένος για παροχές ασθένειας ο άλλος σύζυγος, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) ο γάμος λύθηκε μετά τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του,

β) δεν έχει δικαίωμα ασφάλισης άμεσα ή έμμεσα για παροχές ασθένειας από το Δημόσιο ή άλλο ασφαλιστικό ταμείο,

γ) υποβάλει αίτηση διατήρησης του δικαιώματος των παροχών ασθένειας σε είδος εντός έτους από την ημερομηνία έκδοσης της οριστικής απόφασης του διαζυγίου και

δ) καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. τις μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές υπέρ υγειονομικής περίθαλψης σε είδος από τον ΕΟΠΠΥ σε ποσοστό 6,45% επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

  1. α) Ειδικά για τα μέλη οικογένειας ασφαλισμένων πολιτών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι παροχές ασθένειας σε είδος χορηγούνται εφόσον διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, τους έχει χορηγηθεί το έγγραφο πιστοποίησης νόμιμης διαμονής του άρθρου 16 του π.δ. 106/2007 (Α’135) (Οδηγία 2004/38ΕΚ), και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του ιδίου προεδρικού διατάγματος.

β) Ασφαλισμένοι πολίτες τρίτων χωρών και τα μέλη οικογενείας τους, όπως αυτά ορίζονται στην περίπτωση λγ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.4251/2014 (Α’80), δικαιούνται παροχές ασθένειας, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις μόνιμης και νόμιμης διαμονής.